κακότας
κακότας, vicissitude
κᾰκότας
- 1vicissitude εὐναὶ δὲ παράτροποι ἐς κακότατʼ ἀθρόαν ἔβαλον P. 2.35 [†ἀτληκηκότας† (codd. Stobaei, unde ἀτλάτα κακότας coni. Boeckh) fr. 42. 5.]