κακοτροπεύομαι
κακοτροπεύομαι, deal perversely
κᾰκοτροπ-εύομαι,
- deal perversely, πρός τινα Plb. 5.2.9, cf. AB 354.
κακοτροπεύομαι [ᾰ] se conduire mal, agir déloyalement : πρός τινα, Pol. 5, 2, 9, à l’égard de qqn.
Étym. cf. le suiv.
κακοτροπεύομαι, = κακοτροπέω, πρός τινα, Pol. 5.2.9 ; B.A. 354.13.