κακοτέχνημα
κακοτέχνημα, base art
κᾰκοτέχν-ημα, ατος, τό,
- base art, Oenom. ap. Eus. PE 5.24.
κακοτέχνημα, ατος (τὸ) [κᾰ] fraude, intrigue, Œnom. (Eus. 3, 373 Migne).
Étym. κακοτεχνέω.
κακοτέχνημα, base art