About Report a problem

Menu

καταρρίπτω

καταρρίπτω, to throw down, overthrow

καταρρίπτ-ω (later καταρριπτέω Man. 4.288:—Pass., καταρειπτούμενα IG 12(3).325.41 (Thera, ii A. D.), also pf. part. κατηρειμμένος ib. 326.20),
  • throw down, overthrow, εἴ τε δημόθρους ἀναρχία βουλὴν καταρρίψειεν A. Ag. 884; τὰ βασίλεια Plu. Luc. 34, cf. Luc. Salt. 9; κ. τοὺς πολεμίους, opp. ἐπαίρω, Id. Hist.Conscr. 7.
      • 2 bring into disrepute, μάθησιν Vett.Val. 238.31; ἑαυτούς Id. 2.2.
      • 3 despise, δόξαν, ἔπαινον, D.S. 13.15, 22.

Saved

Recent