καταρροϊκός
καταρροϊκός, of a catarrh, catarrhal
καταρρο-ϊκός, ή, όν,
- of a catarrh, catarrhal, Hp. Aph. 5.24; κ. νοσήματα Pl. Ti. 85b.
- II subject to catarrh, Arist. Pr. 967b20.
καταρροϊκός, ή, όν, catarrhal, Hpc. 1254a ; Plat. Tim. 85b.
Étym. κατάρροος.
καταρροϊκός, ή, όν, zum Katarrh gehörig, katarrhalisch ; Hippocr.; νοσήματα Plat. Tim. 85b ; καταρροϊτικός ist f.l.