Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καταρρυσόω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καταρρίπτω
κατάρρις
κατάρριψις
καταρροή
κατάρροια
καταρροιβδέω
καταρροιζέω
καταρροΐζομαι
καταρροϊκός
καταρροϊστικός
κατάρροος
καταρροπή
καταρροπία
καταρροπίη
κατάρροπος
κατάρρους
καταρροφάνω
καταρροφάω
καταρροφέω
καταρρόφησις
καταρροώδης
καταρρυῆναι
καταρρυής
καταρρυθμίζω
κατάρρυθμος
καταρρυπαίνω
καταρρυπαρόω
καταρρυπόω
κατάρρυσις
καταρρυσόομαι
καταρρυσόω
κατάρρυτος
καταρρωδέω
καταρρώξ
κάταρσις
κάταρσον
καταρτάω
καταρτεία
κατάρτησις
καταρτία
καταρτίζω
κατάρτιον
κατάρτιος
κατάρτισις
κατάρτισμα
καταρτισμός
καταρτιστήρ
κατάρτυσις
καταρτύω
καταρυβδήσας
κατάρυτος
καταρχαιρεσιάζω
καταρχάς
καταρχή
κατάρχης
καταρχικός
κατάρχομαι
κατάρχω
καταρωματίζω
κατασαλπίζω
κατασαμινθεύω
…
καταρρυσόω
Save
Pape
καταρρυσόω
, [ῡ],
ganz runzlig machen, EM
. 737.1.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}