καταρροώδης
καταρροώδης, subject to catarrh
καταρροώδης, ες,
- subject to catarrh, Hp. Vict. 1.32.
καταρροώδης, ης, ες, catarrheux, Hpc. 350, 2.
Étym. κατάρροος, -ωδης.
καταρροώδης, ες, am Katarrh leidend, Hippocr.