καταρροφάνω
καταρροφάνω, gulp
καταρροφ-άνω,
- gulp or swallow down, Hp. Morb. 2.54, 59.
κατα·ρροφάνω, c. les suiv. Hpc. 480, 17 ; 482, 36.
καταρροφάνω, = καταρροφάω, Hippocr.
καταρροφάνω, gulp