καταρρόφησις
καταρρόφησις, swallowing
καταρρόφ-ησις, εως, ἡ,
- swallowing, Sor. 2.41, Dsc. Eup. 2.5.
καταρρόφησις, εως (ἡ) action d’avaler, Diosc. Eup. 2, 4.
Étym. καταρροφέω.
καταρρόφησις, swallowing