καταρρώξ
καταρρώξ, jagged, broken
καταρρώξ, ῶγος, ὁ, ἡ,
- jagged, broken, πέτραι S. Ph. 937; of earth, friable, prob. l. in Hsch. (-ρόγεα cod.).
καταρρώξ, ῶγος (ὁ, ἡ) abrupt, escarpé, Soph. Ph. 937.
Étym. καταρρήγνυμι.
καταρρώξ, ῶγος, abgerissen, jäh, schroff, καταρρῶγες πέτραι Soph. Phil. 925 ; EM. erkl. κατερρηγμέναι.
καταρρώξ, ῶγος, ὁ, ἡ,
καταρρήγνυμι
- jagged, broken, Soph.