About Report a problem

Menu

καταστορέννυμι

καταστορέννυμι, spread, cover with

κατα-στορέννῡμι, part. καστορνῦσα (as if from καταστόρνυμι) (v. infr.): fut. -στορέσω: aor. Pass. κατεστορέσθην Hp. VM 19: pf. κατεστόρεσται Them. Or. 15.194d:—
  • spread, cover with a thing, [κάπετον] λάεσσι κατεστόρεσαν μεγάλοισι Il. 24.798.
    • II spread upon, κώεα καστορνῦσα θρόνοις ἔνι δαιδαλέοισι Od. 17.32, cf. 13.73.
    • III throw down, lay low, κατεστόρεσαν αὐτῶν ἑξακοσίους Hdt. 9.69; κ. κύματα smooth the waves, AP 7.668 (Leon.): metaph., of morbid humours, Hp. l.c. (Pass.); κ. τὴν ἀνωμαλίαν Plu. Comp.Lyc.Num. 2; τὴν φιλοτιμίαν, τὰ πάθη, Id. Luc. 5, Virt. et vit. 2.101c; τὸν θυμόν Ael. Fr. 103.
    • IV layer, κλῆμα Gp. 4.3.2, cf. 4.1.7.

Saved

Recent