κωλυπηγορέω
κωλυπηγορέω, talk grandly
κωλυπηγορέω,
- talk grandly or at random, πρὸς τὸ παρὸν δόξης ἕνεκεν τῆς οἰκείας f.l. in Sever. Clyst. p.43 D. (κυλικηγοροῦμεν cj. Dietz).