Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κωλῶτις
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κωλοπλάστης
κῶλος
κωλοτομέω
Κωλυεργία
κώλυμα
κωλυμάτιον
κωλύμη
κωλυπηγορέω
κωλυσανέμας
κωλυσίδειπνος
κωλυσιδρόμα
κωλυσιδρόμης
κωλυσίδρομος
κωλυσιεργέω
κωλυσιεργία
κωλυσιεργός
κωλυσιουργέω
κώλυσις
κωλυτέον
κωλυτέος
κωλυτήρ
κωλυτήριον
κωλυτήριος
κωλυτής
κωλυτικός
κωλυτός
κωλύφιον
κωλύω
κωλώτης
κωλῶτις
Κωλῶτις
κωλωτοειδής
κῶμα
κωμάδιος
κωμάζω
κωμαίνω
κωμαῖος
κώμακον
κώμαξ
κωμάριον
κωμαρχέω
κωμάρχης
κωμαρχία
Κωμαρχίδης
κωμάρχιος
κωμάρχιος νόμος
κώμαρχος
κωμάσδω
κωμασία
κωμασμός
κωμαστήριον
κωμαστής
κωμαστικός
κωμαστικῶς
κωμάστωρ
κωμᾶται
κωματίζομαι
κωματώδης
κώμαυλος
Κώμαυλος
Κώμβρεια
…
Κωλῶτις
Save
Bailly 2024
Κωλῶτις,
ιδος
[
ῐδ
] Kôlôtis,
ép. d’Aphroditè,
Lyc.
867
.
Étym.
cf.
Κωλιάς
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}