κωλυτήριος
κωλυτήριος, preventive
κωλῡ-τήριος, α, ον,
- preventive, σημεῖα κ. τινός of . ., D.H. 11.62; θῦσαι τὰ κωλυτήρια (sc. ἱερά) Iamb. VP 28.141, Apollon. Mir. 4: as Subst. κωλυτήριον, τό, παρατριμμάτων Dsc. 1.103.
κωλυτήριος, ος, ον [ῡ] qui a la vertu ou le pouvoir d’empêcher, gén. DH. 11, 62.
Étym. κωλύω.
κωλυτήριος, [ῡ], verhindernd, σημεῖα κωλυτήρια τοῦ πράττειν Dion.Hal. 11.62 ; τὰ κωλυτήρια, Opfer, um Etwas abzuwenden, Iambl.