κωλώτης
κωλώτης, ου, ὁ,
- = ἀσκαλαβώτης, Arist. HA 609b19, Babr. 204, Hsch.; epith. of Dionysus, Suid.
κωλώτης, ου ou κωλωτής, οῦ (ὁ) lézard tacheté, Arstt. H.A. 9, 1, 23, etc.
Étym. cf. ἀσκαλαβώτης.
κωλώτης, ὁ, Eidechse, = ἀσκαλαβώτης, VLL Bei Arist. H.A. 9.1 schreibt Bekker κωλωτής.
κωλώτης, ου, ὁ,
prob. = ἀσκαλαβώτης, Babr.