About Report a problem

Menu

κωλυτήρ

κωλῡ-τήρ, ῆρος, ὁ,
  • = κωλυτής, τῶν ἀδικούντων Archyt. 3; θεοὶ . . τῶν κακῶν κ. Porph. ap. Eus. PE 4.9; ἀριθμὸς κ. τῶν περαιτέρω ἐπιμορίων Iamb. in Nic. p.52 P.

Saved

Recent