Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κωλυσιεργία
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κωλήπιον
κωλήφιον
κώληψ
κωλία
κωλίαν
Κωλιάς
κωλίζω
κωλικεύομαι
κωλικός
κωλικῶς
κωλοβαθριστής
κωλόβαθρον
κωλοειδής
κωλοειδῶς
κωλομετρία
κῶλον
κωλοπλάστης
κῶλος
κωλοτομέω
Κωλυεργία
κώλυμα
κωλυμάτιον
κωλύμη
κωλυπηγορέω
κωλυσανέμας
κωλυσίδειπνος
κωλυσιδρόμα
κωλυσιδρόμης
κωλυσίδρομος
κωλυσιεργέω
κωλυσιεργία
κωλυσιεργός
κωλυσιουργέω
κώλυσις
κωλυτέον
κωλυτέος
κωλυτήρ
κωλυτήριον
κωλυτήριος
κωλυτής
κωλυτικός
κωλυτός
κωλύφιον
κωλύω
κωλώτης
κωλῶτις
Κωλῶτις
κωλωτοειδής
κῶμα
κωμάδιος
κωμάζω
κωμαίνω
κωμαῖος
κώμακον
κώμαξ
κωμάριον
κωμαρχέω
κωμάρχης
κωμαρχία
Κωμαρχίδης
κωμάρχιος
…
κωλυσιεργία
Save
Pape
κωλυσιεργία
, [ῡ], ἡ,
Hinderung der Arbeit, Störung
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}