παντολιγοχρόνιος
παντολιγοχρόνιος, utterly short-lived
παντ·ολιγοχρόνιος, ος, ον [ῐγ] d’une durée tout à fait courte, Anth. 7, 167.
παντολιγοχρόνιος, in Allem von kurzer Dauer, Diosc. 32 (VII.167).
παντολιγοχρόνιος
παντ-ολῐγο-χρόνιος, ον,
- utterly short-lived, Anth.