προσλάκκιον
προσλάκκιον, overflow-pit
προσλάκκιον, τό,
- overflow-pit: metaph of the kidneys, Gal. 19.362.
προσ·λάκκιον, ου (τὸ) dim. de λάκκος, Gal. 2, 238.
προσλάκκιον, overflow-pit