Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγκαταθετικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συγκαταβατικός
συγκαταβατικῶς
συγκαταβιβάζω
συγκαταβιόω
συγκαταγαπάω
συγκαταγήρασις
συγκαταγηράσκω
συγκαταγηράω
συγκαταγιγνώσκω
συγκατάγνυμι
συγκαταγομφόω
συγκαταγράφω
συγκατάγω
συγκαταγωγή
συγκαταδαρθάνω
συγκαταδεσμέω
συγκαταδικάζω
συγκαταδιώκω
συγκαταδουλόω
συγκαταδύνω
συγκαταδύομαι
συγκατάδυσις
συγκαταδύω
συγκαταζάω
συγκαταζεύγνυμι
συγκαταζῶ
συγκαταθάπτω
συγκατάθεσις
συγκαταθετέον
συγκαταθετικός
συγκαταθετικῶς
συγκαταθετός
συγκαταθέω
συγκαταθλάω
συγκαταθνῄσκω
συγκαταθύω
συγκαταίθω
συγκαταίνεσις
συγκαταινέω
συγκάταινος
συγκαταιρέω
συγκαταίρω
συγκαταιτιάομαι
συγκατακαίνω
συγκατακαίω
συγκατακαλύπτω
συγκατακάω
συγκατάκειμαι
συγκατακεράννυμι
συγκατακλάω
συγκατακλειστέον
συγκατακλείω
συγκατακληΐω
συγκατακληρονομέομαι
συγκατακληρονομέω
συγκατακλίνω
συγκατάκλισις
συγκατακοιμάω
συγκατακοιμίζω
συγκατακολουθέω
συγκατακομίζω
…
συγκαταθετικῶς
Save
Bailly 2024
συγκαταθετικῶς,
adv.
avec approbation,
Arr.
Epict.
1, 14, 7
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}