συγκαταθετέον
συγκαταθετέον, one must agree with
συγκατα-θετέον,
- one must agree with, τοῖς νέοις οὐ σ. Dsc. Praef. 2, cf. A.D. Pron. 4.5, Sor. 1.98.
συγκαταθετέον, vb. de συγκατατίθημι, Diosc. Præf. 1.