συγκαταθετικός
συγκαταθετικός, assenting, approving
συγκατα-θετικός, ή, όν,
- assenting, approving, Chrysipp.Stoic. 2.40, Plu. Col. 2.1122b, Arr. Epict. 1.17.22.
- 2 affirmative, Suid. s.v. ἀππαπαῖ. Adv. -κῶς Arr. Epict. 1.14.7.
συγκαταθετικός, ή, όν, approbatif, Plut. M. 1122b.
Étym. συγκατατίθημι.
συγκαταθετικός, ή, όν, zustimmend, beifällig, κίνημα, Plut. adv. Colot. 26.