συγκαταθάπτω
συγκαταθάπτω, to bury along with
συγκατα-θάπτω,
- bury along with, Hdt. 2.81, 5.92.ηʹ, Lys. 2.60.
συγ·καταθάπτω, ensevelir avec ou en même temps que, rég. ind. au dat. Hdt. 2, 81 ; 5, 92 ; Lys. 196, 12.
συγκαταθάπτω, (θάπτω), mit begraben ; Her. 2.81 ; Lys. 2.60 ; Sp.
συγκαταθάπτω
fut. ψω
- to bury along with, Hdt.