συγκαταιρέω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape συγκατ-αιρέω, v. συγκαθαιρέω. συγ·καταιρέω, v. συγκαθαιρέω. συγκαταιρέω Ion. voor συγκαθαιρέω. συγκαταιρέω, ion. statt συγκαθαιρέω, Her.