συγκαταιτιάομαι
συγκαταιτιάομαι, to be jointly accused
συγκατ-αιτιάομαι, in aor. 1 συγκαταιτιᾱθῆναι as Pass.,
- to be jointly accused, J. AJ 15.7.10.
συγ·καταιτιάομαι-ῶμαι, accuser avec, Jos. A.J. 15, 7, 10.
συγκαταιτιάομαι, dep. med., mit beschuldigen, Jos.