συγκατακαλύπτω
συγκατακαλύπτω, wrap up with
συγκατα-κᾰλύπτω,
- wrap up with or in, σῶμα τρίβωνι D.S. 18.46.
συγ·κατακαλύπτω [κᾰλ] couvrir entièrement, DS. 18, 46.
συγκατακαλύπτω, mit bedecken, verhüllen, DS