συγκατακαίνω Save LSJ Bailly 2024 Pape συγκατα-καίνω, = συγκατακτείνω, App. BC 4.42. συγ·κατακαίνω, tuer ensemble, massacrer, App. Civ. 4, 42. συγκατακαίνω, = συγκατακτείνω, App.