Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγκατακληΐω
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συγκαταδύω
συγκαταζάω
συγκαταζεύγνυμι
συγκαταζῶ
συγκαταθάπτω
συγκατάθεσις
συγκαταθετέον
συγκαταθετικός
συγκαταθετικῶς
συγκαταθετός
συγκαταθέω
συγκαταθλάω
συγκαταθνῄσκω
συγκαταθύω
συγκαταίθω
συγκαταίνεσις
συγκαταινέω
συγκάταινος
συγκαταιρέω
συγκαταίρω
συγκαταιτιάομαι
συγκατακαίνω
συγκατακαίω
συγκατακαλύπτω
συγκατακάω
συγκατάκειμαι
συγκατακεράννυμι
συγκατακλάω
συγκατακλειστέον
συγκατακλείω
συγκατακληΐω
συγκατακληρονομέομαι
συγκατακληρονομέω
συγκατακλίνω
συγκατάκλισις
συγκατακοιμάω
συγκατακοιμίζω
συγκατακολουθέω
συγκατακομίζω
συγκατακόπτω
συγκατακοσμέω
συγκατακόσμησις
συγκατακρημνίζω
συγκατακτάομαι
συγκατακτάς
συγκατακτείνω
συγκατακυλίνδομαι
συγκατακυλίνδω
συγκατακυλίω
συγκαταλαγχάνω
συγκαταλαμβάνω
συγκαταλέγω
συγκαταλείπω
συγκαταλέχομαι
συγκαταλέχω
συγκαταλήγω
συγκαταλλάσσω
συγκαταλλάττω
συγκαταλογίζομαι
συγκαταλύω
συγκαταμαρτυρέω
…
συγκατακληΐω
Save
Bailly 2024
Pape
συγ·κατακληΐω,
v. le préc.
συγκατακληΐω
, ion. = συγκατακλείω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}