Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σύγκοπτος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σύγκοιτις
σύγκοιτος
συγκολάζω
συγκολάπτω
συγκολλάω
συγκόλλημα
συγκολλήσιμος
συγκόλλησις
συγκολλητής
σύγκολλος
συγκόλλως
συγκολυμβάω
συγκομιδή
συγκομίζω
συγκομιστέον
συγκομιστήρ
συγκομιστήρια
συγκομιστήριος
συγκομιστής
συγκομιστός
σύγκομμα
συγκομμάτιον
συγκονίομαι
συγκονιόομαι
συγκοπή
συγκοπιάτης
συγκοπιάω
σύγκοπος
συγκοπτικός
συγκοπτός
σύγκοπτος
συγκόπτω
συγκοπώδης
συγκορδυλέομαι
συγκορδυλέω
συγκορδυλίζω
συγκορυβαντιάω
συγκόρυφος
συγκορυφόω
συγκορύφωσις
συγκοσμέω
συγκόσμησις
σύγκοσμος
συγκοτταβίζω
συγκουφίζω
συγκραδαίνω
σύγκραμα
συγκραματικός
σύγκρασις
συγκρατέον
συγκρατέω
συγκράτησις
συγκρατικός
σύγκρατος
συγκρατύνω
συγκρέκω
συγκρημνίζω
συγκρητίζω
συγκρητισμός
σύγκριμα
συγκριματικός
…
σύγκοπτος
Save
Pape
σύγκοπτος
,
zerschlagen, zusammengehauen, abgekürzt
, Ath. 373a.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}