Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγκριτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συγκορύφωσις
συγκοσμέω
συγκόσμησις
σύγκοσμος
συγκοτταβίζω
συγκουφίζω
συγκραδαίνω
σύγκραμα
συγκραματικός
σύγκρασις
συγκρατέον
συγκρατέω
συγκράτησις
συγκρατικός
σύγκρατος
συγκρατύνω
συγκρέκω
συγκρημνίζω
συγκρητίζω
συγκρητισμός
σύγκριμα
συγκριματικός
συγκριμάτιον
συγκρίνω
συγκρισία
σύγκρισις
συγκριτέον
συγκριτέος
συγκρίτης
συγκριτικός
συγκριτικῶς
σύγκριτος
συγκριτός
συγκροτέω
συγκρότημα
συγκρότησις
σύγκροτος
συγκροτούσιος
σύγκρουμα
συγκρούσιος
σύγκρουσις
συγκρουσμός
συγκρουστέον
συγκρουστικός
συγκρουστός
συγκρούω
συγκρύπτω
σύγκρυψις
συγκτάομαι
συγκτερεΐζω
συγκτησείδιον
συγκτησίδιον
σύγκτησις
συγκτήτωρ
συγκτίζω
σύγκτισις
συγκτίστης
συγκτυπέω
συγκυβευτής
συγκυβεύω
συγκυέομαι
…
συγκριτικῶς
Save
Bailly 2024
συγκριτικῶς
[
ῐτ
]
adv.
par comparaison,
DL.
9, 75
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}