About Report a problem

Menu

συγκράτησις

συγκράτησις, retention

συγκρᾰτ-ησις, εως, ἡ,
  • retention, τοῦ σπέρματος,= σύλληψις, Sor. 1.43; τοῦ πνεύματος D.L. 6.77.

Saved

Recent