συγκριτέον
συγκριτέον, one must compare
συγκρῐτ-έον, (συγκρίνω)
- one must compare, Arist. Pol. 1296b24.
συγκριτέον [ῐ] vb. de συγκρίνω, Arstt. Pol. 4, 12, 3.
συγκριτέον, one must compare