συγκορύφωσις
συγκορῠφ-ωσις, εως, ἡ,
- = συγκεφαλαίωσις, Theol.Ar. 25.
συγκορύφωσις, εως (ἡ) [ῠ] récapitulation, Ps.-Jambl. Theol. arithm. p. 25.
Étym. συγκορυφόω.
συγκορύφωσις, ἡ, = συγκεφαλαίωσις, Sp.