συγκρατικός
συγκρατικός, in combination
συγκρᾱτικός, ή, όν,
- = συγκραματικός, Ptol. Tetr. 82, Vett.Val. 55.5, 359.14. Adv. -κῶς in combination, Cat.Cod.Astr. 2.168.
συγκρατικός, ή, όν [ᾱ] c. συγκραματικός, Ptol. Tetr. 82.