Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγκόσμησις
συγκόσμησις, adornment
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συγκολυμβάω
συγκομιδή
συγκομίζω
συγκομιστέον
συγκομιστήρ
συγκομιστήρια
συγκομιστήριος
συγκομιστής
συγκομιστός
σύγκομμα
συγκομμάτιον
συγκονίομαι
συγκονιόομαι
συγκοπή
συγκοπιάτης
συγκοπιάω
σύγκοπος
συγκοπτικός
συγκοπτός
σύγκοπτος
συγκόπτω
συγκοπώδης
συγκορδυλέομαι
συγκορδυλέω
συγκορδυλίζω
συγκορυβαντιάω
συγκόρυφος
συγκορυφόω
συγκορύφωσις
συγκοσμέω
συγκόσμησις
σύγκοσμος
συγκοτταβίζω
συγκουφίζω
συγκραδαίνω
σύγκραμα
συγκραματικός
σύγκρασις
συγκρατέον
συγκρατέω
συγκράτησις
συγκρατικός
σύγκρατος
συγκρατύνω
συγκρέκω
συγκρημνίζω
συγκρητίζω
συγκρητισμός
σύγκριμα
συγκριματικός
συγκριμάτιον
συγκρίνω
συγκρισία
σύγκρισις
συγκριτέον
συγκριτέος
συγκρίτης
συγκριτικός
συγκριτικῶς
σύγκριτος
συγκριτός
…
συγκόσμησις
Save
συγκόσμησις, adornment
LSJ
συγκόσμ-ησις, εως, ἡ,
adornment,
BCH
5.479 (Samos).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}