συγκρίτης
συγκρίτης, judge’s assessor
συγκρῐτ-ης, ου, ὁ,
- judgeʼs assessor, EM 779.17; Dor. συγκρίτας Schwyzer 197.56,65 (Crete, iii B.C.).
συγκρίτης, judge’s assessor