ἀνεπίκαυστος Save Bailly 2024 Pape ἀν·επίκαυστος, ος, ον, non brûlé, Diosc. 2, 55. Étym. ἀν-, ἐπικαίω. ἀνεπίκαυστος, auch ἀνεπίκαυτος, nicht verbrannt ?