ἀνεπικάλυπτος
1 abierto
στόμα φρέατος ... ἀνεπικάλυπτον
2 adv. -ως abiertamente, sin tapujos
τὸ μὴ κωμῳδεῖν ἀ. τοὺς ἄρχοντας
ἀνεπικάλυπτος, unverhüllt, offen, Sp.; s. ἀνεπικώλυτος.
1 abierto
στόμα φρέατος ... ἀνεπικάλυπτον
2 adv. -ως abiertamente, sin tapujos
τὸ μὴ κωμῳδεῖν ἀ. τοὺς ἄρχοντας