ἀνεπιθόλωτος
ἀνεπιθόλωτος, untroubled, unpolluted
ἀνεπι-θόλωτος, ον,
- untroubled, unpolluted, S.E. M. 1.303, Procl. in Alc. p.251 C.
no contaminado, puro
καθαρὸν ἀπὸ κακίας ... τὸν νοῦν καὶ ἀνεπιθόλωτον
τὸν λόγον τὸν ἕνα καὶ τὴν φύσιν τὴν μίαν τῶν ἀνθρώπων ... ἀνεπιθόλωτον
ἀστέρες
ὁ ἥλιος καθαρὸς καὶ ἀ.
ἀν·επιθόλωτος, ος, ον, non souillé de boue, pur, Sext. M. 1, 303.
Étym. ἀν-, ἐπιθολόω.
ἀνεπιθόλωτος, ungetrübt, Sext.Emp.