ἀνεπικαλύπτως Save ἀνεπικαλύπτως, openly LSJ Bailly 2024 ἀνεπι-καλύπτως, Adv. openly, v.l. in D.S. 2.21. ἀν·επικαλύπτως [κᾰ] adv. sans se cacher, ouvertement, DS. 2, 21. Étym. ἀν-, ἐπικαλύπτω.