ἐμποιητέον
ἐμποιητέον, one must create by means of
ἐμποι-ητέον,
- one must create by means of or in, τι ἐν τοῖς πράγμασιν Arist. Po. 1453b14; ἐλπίδα τοῖς ὑπηκόοις Them. Or. 7.96a.
1 hay que introducir
τοῦτο ἐν τοῖς πράγμασιν
μεταβολήν
2 hay que infundir, hay que suscitar
φθόνον τοῖς δικασταῖς
αἰδῶ πρὸς ἅπαν αἰσχρόν
3 hay que provocar
τὸ πεινῇν καὶ διψῇν
ἐμποιητέον, vb. d’ἐμποιέω, Arstt. Poet. 14, 5.