ἐμποδιστής
ἐμποδιστής, hinderer
ἐμποδ-ιστής, οῦ, ὁ,
- hinderer, J. AJ 17.10.3.
que impide u obstaculiza
μὴ ἐμποδισταῖς εἶναι τοῦ ἀποληψομένου ... αὐτοῖς ἐλευθερίαν
que no fueran un obstáculo para recobrar la libertadὁ δὲ ἐ. τῆς πάντων ἡμῶν ἀπωλείας θεός
ἐμποδιστής, οῦ (ὁ) qui empêche, Jos. A.J. 17, 10, 3.
Étym. ἐμποδίζω.
ἐμποδιστής, ὁ, der Verhinderer, Jos.