Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμποδόομαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμπνευμάτωσις
ἐμπνευματωτικός
ἔμπνευσις
ἐμπνευστής
ἐμπνευστικά
ἐμπνευστικὰ
ἐμπνευστικός
ἐμπνευστός
ἐμπνέω
ἐμπνίγομαι
ἐμπνίγω
ἐμπνοή
ἔμπνοια
ἐμπνοίησις
ἔμπνοος
ἔμπνους
ἐμπνύνθη
ἐμπνῦσθαι
ἔμπνυτο
ἐμποδεία
ἐμποδέω
ἐμποδιζομένως
ἐμποδίζω
ἐμπόδιος
ἐμπόδισις
ἐμπόδισμα
ἐμποδισμός
ἐμποδιστέον
ἐμποδιστής
ἐμποδιστικός
ἐμποδόομαι
ἔμποδος
ἐμποδοστατέω
ἐμποδοστάτης
ἐμποδών
ἐμποέω
ἔμποθεν
ἐμποιέω
ἐμποίησις
ἐμποιητέον
ἐμποιητικός
ἐμποικίλλω
ἔμποιμνον εἷμα
ἐμποίνιμος
ἐμποίνιος
ἔμποιος
ἔμποκος
ἐμπολά
ἐμπολαῖος
ἐμπολάομαι
ἐμπολάω
ἐμπολεμέω
ἐμπολέμιος
ἐμπόλεμος
ἐμπολεμόω
ἐμπολεύς
ἐμπολεύω
ἐμπολέω
ἐμπολή
ἐμπόλημα
ἐμπόλησις
…
ἐμποδόομαι
Save
LSJ
ἐμποδ-όομαι,
= ἐμπεδόομαι,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}