ἐπιμελητεία
ἐπιμελητεία, office of ἐπιμελητής
ἐπιμελ-ητεία, ἡ,
- office of ἐπιμελητής, IG 2(2).1338.30 (pl., i B.C., -ειτ- lap.); term of such office, SIG 825A 5 (Delph., ii A.D.).