ἐπιμελήτρια Save LSJ Pape ἐπιμελ-ήτρια, ἡ, fem. of ἐπιμελητής, Hsch. s.v. κομίστρια. ἐπιμελήτρια, ἡ, Besorgerin, Hesych. v. κομίστρια.