ἐπιμέμβλεται
ἐπιμέμβλεται, carest
ἐπιμέμβλεται, late Ep. redupl. form, = *ἐπιμέλει, σοὶ οὐ Τρώων ἐ. thou
- carest not for the Trojans, Q.S. 3.123; cf. μέμβλεται.
ἐπιμέμβλεται, v. ἐπιμελέομαι.
ἐπιμέμβλεται, ep. = ἐπιμεμέληται, von ἐπιμελέομαι, mit Präsensbdtg, Qu.Sm. 3.123.