ἐπιμελητεύω
ἐπιμελητεύω, to be an ἐπιμελητής
ἐπιμελ-ητεύω,
- to be an ἐπιμελητής, PTeb. 61 (b). 71 (ii B.C.), IG 3.393, SIG 829 A 7 (Delph., ii A.D.), 855.6 (Ceos, ii A.D.), etc.
ἐπιμελητεύω, ein ἐπιμελητής sein, Inscr. 2371 u. öfter.