ἐπίμεμψις Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπίμεμψις, εως, ἡ, = ἐπιμομφή, ἐπίμεμψιν φέρειν D.H. 3.11. ἐπίμεμψις, εως (ἡ) reproche, DH. 3, 14. Étym. ἐπιμέμφομαι. ἐπίμεμψις, ἡ, Vorwurf, Tadel, Dion.Hal. 3.11.