ὑψιπέταλος
ὑψῐ-πέτᾰλος, ον,
- = ὑψίκομος 2, Com. of κράμβαι, Polyzel. 9.
ὑψι·πέταλος, ος, ον [ῐᾰ] aux hautes feuilles, Polyz. (Ath. 370f).
Étym. ὕ. πέταλον.
ὑψιπέταλος, hochblätterig, hochbelaubt, Polyzel. bei Ath. VII.370.