διάφυσις
διάφυσις, germination
- germination, Thphr. HP 8.1.6.
- II division, Arist. HA 495b9 (pl.), Hp. Mochl. 1 (pl.); partition, Arist. HA 562a26, Hp. de Arte 10; crack, crevice in rocks, Ph. Bel. 102.21 (pl.); gorge, Ph. 2.117 (pl.); point or line of separation between the stalk and branch, Hp. Oct. 12.
- III spinous process of the tibia, Id. Fract. 12, Gal. 18(2).475.
I
1 punto de unión
οἱ καρποὶ ἁδρυνόμενοι ἀποκρίνονταί τε καὶ ἀποπίπτουσι κατὰ τὴν διάφυσιν
• anat. diáfisis de los huesos
καὶ ἡ ἐπίφυσις διάφυσιν (ἔχει)
αἱ διαφύσιες τῶν σπονδύλων
τὴν ἐν τῷ μέσῳ γεννωμένην ὑπεροχὴν νευροχονδρώδη διάφυσιν εἰπών
2 intersticio, cavidad
διαφύσεις ἔχει χονδρώδεις εἰς ὀξὺ συνηκούσας
διαφύσεις δ' ἔνδοθεν ἔχει δι' ὅλου διειλημμένας ὁμοίας τοῖς κηρίοις
στῆθος ... διαφύσιας ἔχον πλαγίας, ᾗ πλευραὶ προσήρτηνται
κενόν ἐστιν πολλῶν διαφυσίων μεστόν
διαφύσεις σπέρματος λαμβάνει τὸ σπέρμα
3 hendidura, corte, separación
ἔχει ... ὁ ἰχθὺς οὗτος ... διάφυσιν ὑπὸ τὴν γαστέρα
4 bot. germen, brote de la semilla
ἀναβλαστήσεις καὶ διαφύσεις
II de materiales como piedra, madera, tierra
1 filón
ὑπονόμους δὲ διακόπτοντες ... ὡς ἂν ἡ δ. ᾖ ἀποστιλβούσης πέτρας
• vena de la piedra
διαφύσεις ἔχουσα ἐμφερῶς ὀνυχίτῃ λίθῳ
• veta de la madera
διὰ τὸ κτηδόνας λέγεσθαι τῶν ξυλῶν τὰς γραμματοειδεῖς διαφύσεις
2 fisura, grieta, hendidura
(τῶν πετρῶν)
τὰς ἀφανεῖς ἐνίκμους διαφύσεις εἰς ἅπασαν τὴν ἀρετῶσαν (γῆν) ... ἀπέτεινε
ὑπερρηγμένος ταῖς διαφύσεσι
de talco o mica en estado nativo
1. tussenruimte, spleet.
2. uitgroeisel